αντάδω


αντάδω
ἀντᾴδω (Α)
1. αποκρίνομαι στο άσμα κάποιου με άσμα
2. απαντώ σε κάποιον που με φωνάζει
3. βάζω τις φωνές σε κάποιον.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀντᾴδω — ἀντί ἀείδω il.Parv.. pres subj act 1st sg ἀντί ἀείδω il.Parv.. pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντάδω — ἀντί ἁνδάνω please aor subj act 1st sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)